Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2022

ΤΟ «ΩΡΑΙΟ» ΣΤΗΝ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Το κείμενο παρουσιάστηκε στην 5η συνάντηση του διαδικτυακού project «Αναζητώντας το Ωραίο…» 

16/02/2022

 

Βρισκόμαστε στο γραφείο μου με τη βιβλιοθήκη, το ντιβάνι, τα ζωγραφικά έργα στους τοίχους. Δέχομαι μια κυρία για την πρώτη της συνεδρία. Βγάζει το πανωφόρι της και κάθεται απέναντί μου. Με ευχάριστη όψη ρίχνει τριγύρω ένα βλέμμα, χαϊδεύει τα μπράτσα της πολυθρόνας και βγάζοντας έναν αναστεναγμό ανακούφισης λέει:

-Αχ, τι ωραία!

Προσπαθώ να ερμηνεύσω την κουβέντα της, δίχως να μιλώ, φυσικά. Το ότι νιώθει ευχάριστα δεν θεωρώ πως οφείλεται τόσο στο ότι βρίσκει τον χώρο καλαίσθητο, ή τέλος πάντων σύμφωνο με τα αισθητικά της κριτήρια. Σκέφτομαι πως, δίχως να το εννοεί, η έκφρασή της «τι ωραία!» φέρει κυρίως την ετυμολογική βαρύτητα της λέξης. Ωραία, δηλαδή στην κατάλληλη ώρα!

Ωρίμασε το πράγμα. Από καιρό το σκεφτόταν να επισκεφθεί ψυχολόγο. Τώρα έφτασε η κατάλληλη στιγμή.

-Αχ, τι ωραία!

Η θεραπευτική δουλειά έχει αρχίσει, έφτασε η ώρα της ενδοσκόπησης, πλησιάζει η τακτοποίηση στην ακαταστασία τού ψυχισμού της. Ωραία, είναι στην ώρα του το ραντεβού με τον εαυτό της, με το υποσυνείδητο, σύμφωνα με τους κανόνες της ψυχανάλυσης.

Αχ, τι ωραία!

Δεν ξέρει ακόμα πως στη διάρκεια της ψυχοθεραπείας της δεν θα υπάρξουν μόνον ωραία και όμορφα πράγματα. Αντίθετα, η ασχήμια, η δυσωδία, η ντροπή και η αηδία θα εμφανιστούν. Άσχημα πράγματα θα χαλάσουν την ομορφιά που φαντασιώθηκε στην πρώτη της συνεδρία μέσα σ’ αυτό το  γραφείο. Σ’ αυτό τον χώρο που έτυχε να ταιριάζει στην φαντασίωση του ωραίου, κρίνοντας με τα δικά της υποκειμενικά αισθητικά κριτήρια.

Δεν ήξερε επίσης, όπως και εγώ άλλωστε, πως η έκφραση της «τι ωραία» θα έπαιρνε κι άλλες πιο κομβικές διαστάσεις στην θεραπεία της.

 

Κι όμως. Όταν έρθει η ώρα να εμφανιστούν η άσχημη και η σκοτεινή πλευρά τής ψυχής της ο ψυχαναλυτής θα σκεφτεί πως είναι ωραίο! Στην ώρα του. Διότι μόνο τότε, ούτε πριν ούτε μετά, μπορούν οι υποβόσκουσες συγκρούσεις να έρθουν στην επιφάνεια. Μόνο τότε η μόνιμα ενυπάρχουσα αμφιθυμία των συναισθημάτων μπορεί να αναδυθεί. Συνήθως, όλα αυτά τα άσχημα, όλες οι σκοτεινές πτυχές του ψυχισμού μένουν κρυμμένα βαθιά στο υποσυνείδητο. Και, κρυμμένα και αμίλητα καθώς είναι, γίνονται η αιτία πολλών ψυχικών και σωματικών προβλημάτων.

Είναι λοιπόν ωραίο να έρχονται όλα αυτά προς επεξεργασία στο ψυχαναλυτικό ντιβάνι.

 

Στην πορεία της θεραπεία της η κυρία που προανέφερα μίλησε αρκετά για τις τέχνες. Συχνά ερχόταν  στα λόγια της οι λέξεις ωραίο, ή άσχημο, ή δυσάρεστο έργο. Πρόφερε τις λέξεις αυτές με τέτοια έμφαση που και ψυχολόγος να μην είσαι αντιλαμβάνεσαι πως δεν πρόκειται απλά για μια αισθητική προσέγγιση. Αλλά πως κάτι βαθύτερο, κάτι ψυχικό κρύβεται πίσω τους. Άλλωστε για κάτι που την ενθουσίαζε έλεγε χαρακτηριστικά, «το έργο αυτό μου μιλάει». Και εντάξει, ο ψυχαναλυτής δεν μιλάει πολύ, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να σκέφτεται.

Καθώς η ψυχανάλυση δεν  έχει πολλά να πει για την αισθητική, όπως άλλωστε δηλώνει ο ίδιος ο Φρόιντ, προσεγγίζουμε την έννοια του ωραίου από την ψυχαναλυτική οπτική γωνία, περνώντας από κάποιες βασικές ψυχαναλυτικές έννοιες.

 

Στην ψυχαναλυτική θεωρία υπάρχει η κεντρική έννοια της ενόρμησης. Πρόκειται για αυτό που ονομάζουμε ένστικτο, ορμή. Θα λέγαμε  πως η ενόρμηση είναι το ψυχικοποιημένο ένστικτο. Δηλαδή το ένστικτο που είναι επενδυμένο με συναίσθημα. 

Ο Φρόυντ  διαχώρισε τις ενορμήσεις σε δύο ειδών. Την ενόρμηση ζωής και την ενόρμηση θανάτου. 

Η ενόρμηση ζωής ή αλλιώς αποκαλούμενη «ερωτική ενόρμηση» εκφράζει την θετική ορμή της ψυχής, το καλό, το όμορφο, εδώ σήμερα θα λέγαμε την «ωραία» της πλευρά. 

Τον έρωτα.

Από την απέναντι πλευρά οι ενορμήσεις θανάτου έχουν την πηγή τους στο αρνητικό, το κακό, το άσχημο.

Τον θάνατο!

Τα δύο αυτά ήδη ενορμήσεων, ενόρμηση ζωής και ενόρμηση θανάτου, υπάρχουν πάντα μέσα μας και βρίσκονται συνεχώς σε μόνιμη σύγκρουση. Συχνά πρόκειται για υποσυνείδητη σύγκρουση μεταξύ τους μέχρι να υπερισχύσει το ένα από τα δύο.

 

«Η ζωγραφική μού έσωσε τη ζωή σε εποχές που αυτή είχε δυσκολέψει. Τα αδιέξοδα που ένιωθα μέσα μου έβρισκαν  διέξοδο στην τέχνη», λέει η κυρία στο ντιβάνι. Με το δικό της τρόπο επιβεβαιώνει αυτό που υποστηρίζει η ψυχανάλυση δηλαδή πως:

 

Η τέχνη δίνει έκβαση στις ενορμήσεις.

Τόσο για τον δημιουργό όσο και για τον αποδέκτη της.

Το ωραίο, και η έκφρασή του, είναι η μετουσίωση των ανθρώπινων  ενορμήσεων, η εξωτερίκευση του ψυχικού κόσμου, των ανθρώπινων ψυχικοποιημένων ενστίκτων. 

Η Τέχνη είναι μια κλασική έκφραση των ενορμήσεων. Το δημιούργημα μιλάει για τον εσωτερικό κόσμο του καλλιτέχνη. Μιλάει επίσης και για τον αποδέκτη της τέχνης. «Το έργο αυτό μου μιλάει», είχε πει η κυρία.

Ο δημιουργός μετουσιώνει τις ενορμήσεις του και δημιουργεί τέχνη. Εδώ έχουμε μιαν άλλη ψυχαναλυτική έννοια, την μετουσίωση.

Ο δημιουργός δίνει και εκθέτει στον αποδέκτη της τέχνης του τις βαθύτερες πτυχές και ορμές της ψυχής του, μετουσιώνει τις ενορμήσεις του στο έργο του. Λογοτεχνία, μουσική ζωγραφική κλπ. 

Έτσι, στην Τέχνη συναντάται συχνά το φαινόμενο των αντιθέσεων όμορφο – άσχημο και ο θεατής ταυτίζεται με την μια ή την άλλη κατεύθυνση.

Ως αποδέκτες συνδημιουργούμε το έργο με τον καλλιτέχνη, ταυτιζόμενοι.

Το έργο τέχνης δεν υπάρχει μόνον χάρη στον δημιουργό του αλλά και χάρη σ’ αυτόν που το προσλαμβάνει. Έτσι κι αλλιώς  ο κάθε αποδέκτης ενός έργου τέχνης θα δει το δικό του έργο. Αυτή είναι η έννοια της συνδημιουργίας.

Έτσι εξηγείται η σχετικότητα του ωραίου. Το ωραίο για μένα δεν είναι απαραίτητα ωραίο και για σένα.

Η ταύτιση είναι αποτέλεσμα των φαντασιώσεών μας και των προβολών των συναισθημάτων μας πάνω στο έργο τέχνης. Το έργο τέχνης και η έλξη που προσφέρει στον θεατή είναι μια καθαρή απόδειξη της φαντασίωσης που συνοδεύει την αγάπη για την τέχνη. Για το ωραίο. Ή καλύτερα, για την αναζήτηση του ωραίου.

 

Η τέχνη με την ομορφιά ή την ασχήμια της αναστατώνει.

Το αίνιγμα της ομορφιάς, λέει ο Φρόιντ, προκαλεί ανησυχία, η ανησυχητική γοητεία της ομορφιάς μάς αναστατώνει. 

Η ομορφιά είναι ένα εμπόδιο που κινητοποιεί την σκέψη μας. Η ομορφιά μάς αναγκάζει να σκεφθούμε.

Διότι κινητοποιεί τον ψυχισμό μας με τις διάφορες συνιστώσες του. Κινητοποιεί το ψυχικό αποτύπωμα των εμπειριών μας, των φαντασιώσεων και των κρυφών επιθυμιών μας.

Και σε αντιστοιχία με το δίπολο ενόρμηση ζωής – ενόρμηση θανάτου, η τέχνη μάς αναγκάζει να σκεφτούμε με το δίπολο ωραίο – άσχημο.

Πρόκειται για την σχετικότητα της έννοιας του ωραίου. Η εικόνα κινητοποιεί τον ψυχισμό και άρα το συναίσθημα. Το καλό ή το κακό συναίσθημα που μας κατοικεί εν αγνοία μας.

Η ψυχανάλυση ερμηνεύει την αισθητική συγκίνηση και το ωραίο μιλώντας για αισθήσεις και ερωτική διέγερση. Και για μετουσίωση. Η μετουσίωση είναι αποτέλεσμα των ερωτικών ενορμήσεων που είναι στενά συνδεδεμένες με την καλλιτεχνική δημιουργία. Των ενορμήσεων που βρίσκουν διέξοδο στην δημιουργία.

 

«Η Τέχνη μού έσωσε τη ζωή σε εποχές που αυτή είχε δυσκολέψει».

Ναι! Ο πόνος, το πάθος, το κακό, μπορούν να δώσουν ένα ωραίο αποτέλεσμα. Είναι ακριβώς η περιγραφή πως στην σύγκρουση ανάμεσα στην ενόρμηση ζωής και την ενόρμηση θανάτου θριαμβεύει η ζωή!

Πόσα παραδείγματα δεν έχουμε από αριστουργήματα που έγιναν σε εποχές δύσκολες για τους δημιουργούς τους!

 

Στην ψυχαναλυτική θεραπεία ακούμε συχνά για τον διαχωρισμό ανάμεσα στο όμορφο και το επιθυμητό, το διεγερτικό.

Αναρωτιόμαστε για το πώς η ομορφιά, το ωραίο, κινητοποιεί το συναίσθημα και την επιθυμία. Την ερωτική και σεξουαλική επιθυμία.

Φυσικά πάντα κρατούμε υπ’ όψη μας πως το ωραίο προσδιορίζεται από πολλούς παράγοντες, κοινωνικούς κυρίως.

Και όσο αφορά την σεξουαλικότητα η έννοια του ωραίου είναι πολύ σχετική έννοια. Δεν ερωτευόμαστε όλοι με τα ίδια πρότυπα, με τα ίδια κριτήρια.

Για την ψυχανάλυση το όμορφο και το ωραίο που κινητοποιεί την επιθυμία εξαρτάται από τις ψυχικές διεργασίες, ιδιαίτερα της  πρώιμης παιδικής ηλικίας.

Οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, και μάλιστα των πρώτων χρόνων της ζωής καθορίζουν την πορεία της ψυχικής εξέλιξης του ανθρώπου. 

 

Ο Φρόυντ, στο βιβλίο του « Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας», γράφει για την απόλαυση που εμπνέει η ομορφιά, αναφερόμενος σε εκείνους που αναζητούν τον έρωτα στην αισθητική ομορφιά, κάνοντας την αναζήτησή τους αυτή στόχο ζωής:

«Η αισθητική στάση που λαμβάνεται ως στόχος της ζωής προστατεύει ασθενώς από τα κακά που μας απειλούν». Δίνει εδώ μια άποψη πως η μόνιμη και ανικανοποίητη αναζήτηση της αισθητικής απόλαυσης είναι ένας ψυχικός μηχανισμός άμυνας ενάντια στο κακό, δηλαδή ενάντια στην ενόρμηση θανάτου. Μόνο που λέει πως η άμυνα αυτή «μας προστατεύει ασθενώς». Δηλαδή είναι ένας μηχανισμός με χαμηλά αντισώματα, όπως θα λέγαμε σήμερα χρησιμοποιώντας την επίκαιρη γλώσσα.

 

Ένας άλλος ψυχαναλυτής ο D. Winnicott, στο περίφημο κείμενο του για τον ρόλο του καθρέφτη του προσώπου της μητέρας, μιλάει για τους εφηβικούς έρωτες.

Διακρίνει τον εραστή που επιλέγει μια νεαρή κοπέλα για την ομορφιά της και αυτόν που «αγαπώντας μια νέα κοπέλα έχει την αίσθηση ότι είναι όμορφη και μπορεί να δει μέσα της τι είναι όμορφο».

 

Η κυρία  του παραδείγματος που σας έδωσα υπέφερε από έναν έρωτα. Έναν ανεκπλήρωτο έρωτα με έναν άνδρα που το σημαντικό χαρακτηριστικό του και ίσως το μοναδικό προσόν του, ήταν το «ωραίος»! 

Μέσα από τη θεραπεία της έφτασε σε κάποια συμπεράσματα μεγάλου ενδιαφέροντος για την ψυχανάλυση η οποία πράγματι μιλάει περί «απωθημένης σεξουαλικότητας». Δηλαδή μένοντας ακινητοποιημένη μπρος στην εικόνα του ωραίου άνδρα, επιμένοντας στο ανέφικτο, απέκλειε τη ζωή της από κάθε  είδους πραγματικού ερωτικού συναισθήματος. Έμενε απλά η προσκόλληση σε μια γυμνή εικόνα. 

Αντιλήφθηκε πως επρόκειτο για μια επιφανειακή, αισθητική προσέγγιση. Και όχι για μια πραγματική, ψυχική επιθυμία επενδυμένη με συναίσθημα. Η πηγή όλων αυτών βέβαια ανιχνεύτηκαν στις παιδικές και εφηβικές εμπειρίες τής ζωής της.

Χρειαστήκαμε αρκετό χρόνο μέχρι να φέρουμε στην επιφάνεια της συνείδησης τα τραύματα και τις ενορμήσεις θανάτου που την οδηγούσαν στην έλξη του ωραίου αλλά όχι της ευτυχίας.

Αχ τι ωραία!

 

Θα συμφωνήσω με την ψυχαναλύτρια Τζούλια Κρίστεβα που λέει πως ο Σταντάλ κάνει λάθος όταν γράφει πως η ομορφιά είναι υπόσχεση ευτυχίας. Το αντίθετο συμβαίνει: η αγάπη είναι υπόσχεση ομορφιάς.

 

Στο βίντεο που θα δούμε προσπαθήσαμε να εικονογραφήσουμε τη διαδικασία μετουσίωσης. Ξεκινώντας από το κείμενο του Στέφαν Τσβάιχ για την κατάθλιψη του Χέντελ, δηλαδή από την κατάσταση ήττας της ενόρμησης ζωής, ο καλλιτέχνης θα καταφέρει να βρει την έμπνευση, να δημιουργήσει.

Τη συνέχεια την γνωρίζουμε. Ο «Μεσσίας» πρωτοπαρουσιάστηκε στο Δουβλίνο στις 13 Απριλίου 1742 και έκτοτε είναι το συχνότερα εκτελούμενο χορωδιακό έργο τού ρεπερτορίου της δυτικής μουσικής.

 

Η ζωή, ό έρωτας μετουσιωμένος σε τέχνη, το «ωραίο» θριάμβευσαν.

 

Γιάννης Βαϊτσαράς

Φεβρουάριος 2022.




 

 

 

Τετάρτη 29 Απριλίου 2020

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΑ «ΚΑΤΑΦΥΓΙΑ ΟΝΕΙΡΩΝ»


Κείμενο του συγγραφέα Διονύση Παπακώστα:

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΑ «ΚΑΤΑΦΥΓΙΑ ΟΝΕΙΡΩΝ» ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΪΤΣΑΡΑ

Ο τίτλος μου έφερε στο νου το τραγούδι:
«όνειρα που για μια νύχτα μόνο
όνειρα που κρατούν μια βραδιά
σβήνουν πάντα πριν ξημερώσει
και μαραίνουν τα λούλουδα
που χεις μες στην καρδιά»

Και δικαίως! Kαθώς άρχισα να διαβάζω, ένιωσα πως ο συγγραφέας αλλά και ψυχαναλυτής, μάς εκθέτει και ερμηνεύει την γένηση, ανάπτυξη και κατάληξη των ονείρων. Εκθέτει και ερμηνεύει το βασικό περιβάλλον (έμψυχο και άψυχο) της γέννησης, ανάπτυξης και κατάληξης των ονείρων, αλλά και ως αρχιτέκτων,  μας εκθέτει και ερμηνεύει την γέννηση και διαμόρφωση των ονείρων στο χωρικό περιβάλλον μεσα στο οποιο εξελίσσεται ένας ψυχισμός.
Όλα αυτά μου προκάλεσαν αναμνήσεις, συγκινήσεις, καημούς, θλίψεις, νοσταλγίες, μου έφεραν στην σκέψη τις απώλειες και τις παρηγοριές. Όλα αυτά με οδηγούν στο να τα καταθέσω, γιατί μου είναι έντονα, ως ψυχαναλυόμενος από τα «Καταφύγια ονείρων». Άλλη μια ευκαιρία που μου δίνεται από τα τόσα βιβλία του Γιάννη Βαϊτσαρα και τον ευχαριστώ γι αυτό. 
Με τον Γιάννη Βαϊτσαρά έχουμε κάτι κοινό. Είμαστε αμφοτεροι από επαρχία, είμαστε μεγαλωμενοι σε σπίτι και όχι διαμέρισμα, έχουμε βιώσει ανάλογες διαπροσωπικές σχέσεις, ανάλογα παιχνίδια μέσα στα σπίτια, σε κήπους, αυλές, μεγάλα δωμάτια, κελάρια, παλιά σπίτια της γειτονιάς αλλά και σε ζωντανά σπίτια από πέτρα, ξύλο και κεραμίδια «ατάκτως ερριμμένα», όπως το διατυπώνει , κατά την έκφραση των τότε δασκάλων. 
Έτσι, άρχισαν οι αναμνήσεις από τα καταφύγια των ονείρων της νηπιακής ηλικίας, της παιδικής ηλικίας, της εφηβικής ηλικίας, όπου ο τόπος και ο χρόνος είναι παραδείσιος, ασφαλής, προστατευτικός αλλά «παρήλθον του έαρος αι γλυκείαι ημέραι». Αργότερα η αφύπνιση στο καταφύγιο. Πέφτουν οι μεγάλες ξύλινες μπάρες και οι κλειδαριές σκουριάζουν στις βαριές ξυλόπορτες και οι ξυλόπορτες σφηνώνουν όσο και να κραυγάζει η αρχή της ηδονής προς τον χαμένο παράδεισο. Ας θυμηθούμε με σεβασμό και με συγκίνηση το «Άρατε πύλας, οι άρχοντες ημών και επάρθητε, πύλαι αιώνιαι και εισελέυσεται ο βασιλεύς της δόξης». Δεν θα μπορούσαμε να ταυτίσουμε τον βασιλιά της δόξης με τη γέννηση της επιθυμίας; Δεν θα μπορούσαμε να ταυτίσουμε τον χαμένο παράδεισο με τη μήτρα ή με το σπίτι που μεγαλώσαμε; Γεμάτες οι αναμνήσεις από τους θανόντες ηλικιωμένους οικοδεσπότες αλλά και τους μετοικίσαντες μεσήλικες από τα σπίτια με τα όνειρα των κατιόντων.
Έτσι, με την αφύπνιση,  η αρχή της πραγματικότητας μας υπαγορεύει εκφράσεις όπως «είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια», «θα χτίσω στα σύννεφα», «όνειρα θερινής νυκτός» (σελ.24-25)....
Όταν η ανάμνηση κούρασε, απωθήθηκε στο υποσυνείδητο, το όνειρο οικοδομούσε, η συγκίνηση απέκρυπτε, η στέρηση υπαγόρευε τις απωθημένες επιθυμίες, τη μετάθεση, τον συμβολισμό και το όνειρο σου χαμογελούσε, ήταν το καταφύγιο έναντι του μεγάλου χαμένου ΚΕΝΟΥ. 
Το ΚΕΝΟ δισυπόστατο, όπως ερμηνεύεται στο προκείμενο βιβλίο, αλλά ουσιαστικά έντονο και προβληματογενεσιουργό, ο ψυχικός προβληματισμός, το «υπερβολικά γεμάτο» όπως μας εξηγεί ο ψυχαναλυτής, οδηγεί το άτομο στο ψυχαναλυτικό ντιβάνι. Αντίθετα, μας εξηγεί ο αρχιτέκτονας για το μεγάλο κενό του οίκου και τον προαύλιο χώρο που ζήσαμε και θυμόμαστε. Μας είχε αναπτύξει την φαντασία του παιχνιδιού και τα ευχάριστα και δημιουργικά παρεπόμενα όπως η ψυχική ισορροπία. Συμβολικά αναφέρεται «η χρησιμότητα του αχρήστου», ο αγώνας ενάντια στον κορεσμό , του κερδοφόρου, του ασφυκτικού και στην αρχιτεκτονική του «Αφήνω χώρο» (σελ40-41 ). 
Με όλα αυτά που ένιωσα, που φαντάστηκα, που σκέφτηκα με αφορμή το βιβλίο, συνειδητοποίησα την συνάφεια της αρχιτεκτονικής με την ψυχανάλυση και μάλιστα διαμέσου της αρχιτεκτονικής. 
Προχωρώντας, στάθηκα όρθιος μπροστά στους τοίχους του σπιτιού, εξωτερικούς, εσωτερικούς και ενδιάμεσους , όπως ακριβώς με μετέφερε το κείμενο. Τοίχοι αδιαπέραστοι, προστατευτικοί, αποκρουστικοί, απομονωτικοί, τοίχοι λευκοί, έγχρωμοι, με έγχρωμες ασβεστωμένες μπογιές και τα πατώματα βαμμένα με καραμπογιά, τα θυμήθηκα, συγκινήθηκα από το ταξίδι μου στο παρελθόν, ταξίδι στις αναμνήσεις, ταξίδι στο υποσυνείδητο ίσως και στο ασυνείδητο. Με αφορμή το βιβλίο, από τους τοίχους και τα ανοίγματά τους, θυμήθηκα τον πατέρα και την μάνα μου που μου λέγανε «να χτυπάς πάντα την πόρτα μέχρι να ακούσεις εμπρός, αγοράκι μου, όταν μπαίνεις στο δωμάτιο του μπαμπά και της μαμάς», χωρίς εγώ να καλαβαίνω τη σημασία της ιδιωτικότητας. Εδώ παραθέτω μια παράγραφο από το βιβλίο: «Η θεϊκή σοφία των τοίχων που λέει oΖαμιάτιν, με συγκινούσε και με εξέπλησσε από πολύ μικρή ηλικία, το μυστήριο της ζωής, δηλαδή το μυστήριο του έρωτα και του θανάτου,που περικλείουν οι τοίχοι ενός σπιτιού, ασκούσαν ανέκαθεν πάνω μου μια δυνατή έλξη...». 
Πράγματι τα στοιχεία που θεραπεύουν οι τοίχοι, οι χονδροί τοίχοι των σπιτιων, είναι πολλά και σταχυολογώ: ψυχικές ανάγκες, ιδιωτικότητα, ασφάλεια, σωματικές ανάγκες, εσωτερικότητα και φαντασιώσεις. Περικλείουν το μυστήριο αλλά και το αίσθημα της ελευθερίας.
 Το βιβλίο αυτό, «ΚΑΤΑΦΥΓΙΑ ΟΝΕΙΡΩΝ», ως γνωσιοφορέας, μας αποκαλύπτει τη συνάφεια μεταξύ αρχιτεκτονικής και ψυχανάλυσης, κάτι που ενισχύει το ενδιαφέρον του αναγνώστη για ανεξερεύνητες πηγές γνώσης, προτρέπει και συστήνει συγγραφείς και θεωρητικούς που τοποθετούνται στην συγκεκριμένη συνάφεια: όπως ο Νούτσιο Ορντίνε, Σαρλότ Μπεράντ, Ευγένιου Ζαμιάτιν. 
Επειδή έχω μεγαλώσει με την οικογένειά μου σε σπίτι πέτρινο, με  μεγάλα και ψηλοτάβανα δωμάτια, υπόγειο και γκλαβανή, ειδικά στα κελάρια:
«Αρχιτεκτονική και ψυχαναλυτικός λόγος» σελ. 55
«Ο τραυματικός χώρος», σελ. 71
«Η ψυχικοποίηση του χώρου, οι προβολές», σελ. 79
Παρατήρησα και βρήκα λεπτομέρειες που μου φεραν αναμνήσεις και θύμισες με απορίες και ερωτήματα, αισθήσεις και διασθήσεις,  συναισθήματα και αισθήματα της εποχής εκείνης. 
Τέλος, η σύνοψη των ιδιαιτεροτήτων που αναπτύσσονται μέσα στο σπίτι από ψυχολογική, ψυχαναλυτική αλλά και από την αρχιτεκτονική διαμόρφωση των χώρων είναι εντυπωσιακή για την εξουσία: οικονομική, συναισθηματική, εκβιαστική, συμμαχίες, αντιπαλότητες, ιεραρχίες, καθώς και οι ασυνείδητες δυνάμεις των ενορμησεων. Συμπέρασμα: Μήπως πρέπει να υπάρχει συνεργασία ψυχαναλυτή και αρχιτέκτονα σε κοινές συνεδρίες με τον υποψήφιο κάτοικο;
Συμπερασματικά, η αξία αυτού του βιβλίου είναι ότι ο ψυχαναλυτής Γιάννης Βαϊτσαράς μας δείχνει να υποψιάζεται για την αρχιτεκτονική του υποσυνειδήτου και ο αρχιτέκτονας Γιάννης Βαϊτσαράς μας ξεναγεί στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό και τα αποτελέσματά του. Για την κατανόηση, μας ιστορεί ιστορίες προσωπικές, διαπροσωπικές και εξομολογήσεις τρίτων. 
Όλα αυτά με οδήγησαν σε σκέψεις και σε ψυχικές αναζητήσεις γι αυτό και τον ευχαριστώ και για το παρόν βιβλίο.
Φιλικότατα,
Διονύσης Παπακώστας

Δευτέρα 13 Απριλίου 2020

Τα καταφύγια ονείρων στον καιρό της πανδημίας.

Τα καταφύγια ονείρων στον καιρό της πανδημίας.
Τα όνειρα μούδιασαν.

Η  συλλογή κειμένων με τίτλο Καταφύγια Ονείρων κυκλοφόρησε στο τέλος Φεβρουαρίου, λίγες μέρες πριν ξεσπάσει και στην Ελλάδα ο τρόμος του κορωνοϊού και ληφθούν τα μέτρα περιορισμού κυκλοφορίας. 
Το βιβλίο έμεινε στις προθήκες  κάποιων κλειστών βιβλιοπωλείων, κι εμείς στα σπίτια μας. 
Για κάποιους, δυστυχώς, η αρρώστια ανέτρεψε δραματικά το δρόμο της ζωής τους. Εκείνοι δεν πρόλαβαν. Για πολλούς οι μέρες αυτές θα μείνουν ανεξίτηλες μνήμες πένθους.

Για εμάς τους άλλους, η κατοικία μας έγινε καταφύγιο, κλείσαμε έξω το κακό, και προσπαθήσαμε να βολέψουμε μέσα της τις αγωνίες και τα όνειρά μας. Καθώς και να λησμονήσουμε την εξωτερική αγχογόνα πραγματικότητα. 
Ένιωσα πως τα κείμενα της συλλογής είναι πιο επίκαιρα από ποτέ. Κι ας μην περιλαμβάνουν την παραμικρή αναφορά σε υποχρέωση εγκλεισμού, καραντίνας, απομόνωσης. Αυτές οι έννοιες μπήκαν τώρα, πρόσφατα, στη ζωή μας. Όταν γραφόταν το βιβλίο ήμασταν πολύ μακριά από ανησυχίες πανδημίας. 
Κι όμως. Ανακάλυψα στις σελίδες του κάποια στοιχεία που μιλούσαν για εξωτερικούς κινδύνους, απειλές που υποστήριζαν την μία εκδοχή τού διφορούμενου τίτλου Καταφύγια Ονείρων.

Τι είναι το καταφύγιο; Είναι εκεί, όπου κάποιος νιώθει προστατευμένος από κάτι εχθρικό. Κάτι που απειλεί την ζωή με τις βασικές αλλά και τις λιγότερο βασικές ανάγκες της. (σελίδα 34)

Βέβαια, ακόμα κι όταν είμαστε κλεισμένοι στα καταφύγια, οι ανάγκες μας δεν ξέρουν από περιορισμούς, έρχονται απρόσκλητες και επιβάλλονται. 
Η πρώτη και η πιο επίμονη, η ανάγκη τής ελευθερίας, τής κίνησης. Μια επιθυμία να κινηθούμε έξω, στον καθαρό αέρα, στο φως της χαμένης ξεγνοιασιάς.
Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.
Μόλις η απειλή υποτεθεί ως πιο χαλαρή, ως πιο απομακρυσμένη, η «Αρχή τής ευχαρίστησης», υποκινούμενη από μια υποσυνείδητη «ενόρμηση θανάτου»,  καταφέρνει να νικήσει την «Αρχή της πραγματικότητας». 
Εγκαταλείπω λοιπόν το καταφύγιο, κι εκτίθεμαι στον κίνδυνο που υποτιμώ. 
Βγαίνω, συναντώ όσους πεθύμησα, αψηφώ ιούς και κανόνες. Τολμηρό αλλά επικίνδυνο.  Συγχρόνως είναι παράνομο και άδικο απέναντι στον εαυτό μου και απέναντι στους άλλους. Ό,τι ακριβώς χρειάζεται για να θριαμβεύσει η ενόρμηση θανάτου. Και ό,τι πρέπει επίσης για να τροφοδοτηθούν οι υποσυνείδητες ενοχές που, όπως ξέρουμε, είναι οι φοβερότερες.  
Είναι η επιθετική ενόρμηση εναντίον μου και εναντίον του Άλλου. Εντελώς μεταμφιεσμένη, σε συμπαθητικό περιτύλιγμα. 
Απέναντι στο υπερεγώ μου αμύνομαι: 
Τι κακό κάνω; Βόλτα στη λιακάδα με κοινωνική συμπεριφορά. Επισκέψεις και παιχνίδια με τους φίλους μου, επιτραπέζια στο μπαλκόνι. Κυριακάτικα γεύματα με τους αγαπημένους μου. Ερωτικές συναναστροφές, ακολουθώντας το πατροπαράδοτο «κάντε έρωτα, όχι πόλεμο». 
Μόνο που στις συνθήκες τής σημερινής ανατρεπτικής πραγματικότητας ο πόλεμος (ο θάνατος) παραφυλάει παντού, ακόμα και στον έρωτα!
Η αμφιθυμία είναι υποσυνείδητη υπόθεση. Το μίσος για τη ζωή κρύβεται σε εκδηλώσεις αγάπης. Είναι μια σύγκρουση, ύπουλη, ακαθόριστη, ακατανόητη.

Η έννοια της αρχής της ηδονής υπεισέρχεται στην ψυχαναλυτική θεωρία κυρίως σε αντιπαράθεση με την αρχή της πραγματικότητας. Η ενορμήσεις, οι επιθυμίες, αναζητούν αρχικά εκφόρτιση και ικανοποίηση μέσω των συντομότερων οδών. Προοδευτικά όμως μαθαίνουν την  πραγματικότητα, που είναι και η μόνη  ικανή να επιτρέψει την πρόσβαση στην ικανοποίηση, μέσω των απαραίτητων παρακάμψεων και αναβολών. Μέσω συμβιβασμών. (σελίδα 26) 

Όσοι βρήκαμε ψυχικά αποθέματα ανθεκτικότητας συμβιβαστήκαμε. Η αρχή της πραγματικότητας επιβλήθηκε. Παρακάμψαμε την παρόρμηση και αναβάλαμε τις επιθυμίες μας για καιρούς πιο υγιείς, πιο κατάλληλους. Πιο ερωτικούς. Κι αποφασίσαμε τις απαραίτητες παρακάμψεις, ανακαλύπτοντας το καταφύγιό μας, το σπίτι μας, όπως δεν το είχαμε κάνει ποτέ, ίσως. 
Ο χώρος μάς αγκάλιασε και μας πρόσφερε τον καλύτερο εαυτό του. Είναι η στιγμή που δοκιμάζεται η δύναμη και η ποιότητά του. Η ποιότητα που επενδύσαμε πάνω του επιστρέφει σε μας. Κι όποιος είχε αμελήσει την επένδυση αυτή, τώρα το μετανιώνει. 
Μα ποτέ δεν είν’ αργά. Έχουμε την χρυσή ευκαιρία να αγκαλιάσουμε και να φροντίσουμε τον χώρο μας, ξέροντας πως θα μας το ανταποδώσει.

Σ’ αυτόν τον χώρο, η σχέση μας με τον έξω κόσμο επεξεργάζεται, κατασκευάζεται και αναπτύσσεται. Ένας χώρος όπου ο εσωτερικός μας κόσμος με τις παρορμήσεις, επιθυμίες και φαντασιώσεις του προετοιμάζεται, ωριμάζει, να δεχθεί  τον έξω κόσμο με τις επιρροές του, τις επιθέσεις κλπ. (σελίδα 82)

Σε μια πρωτοφανή περίπτωση εξωτερικής επίθεσης (και συνθηκών εγκλεισμού), σαν αυτή που διανύουμε, οι συμβιβασμοί με την πραγματικότητα βρίσκουν δύναμη στην ψυχική ανθεκτικότητά μας. Αλλά και το αντίστροφο συμβαίνει. Το σπίτι μας, προστατευτικό καταφύγιο, μας βοηθάει να ενισχύσουμε την αντοχή μας στη στέρηση ελευθερίας. Την αναζητούμε πια στον εσωτερικό μας κόσμο.
Το σπίτι μας είναι σύμμαχος σ’ αυτή τη δοκιμασία. Δεν ζούμε ΣΤΟ σπίτι. Ζούμε ΜΕ το σπίτι. Ο χώρος είναι «ψυχικοποιημένος».

Έτσι, μπροστά ή μέσα σε ένα χώρο δε βλέπουμε όλοι το ίδιο πράγμα, αν και όλοι συμφωνούμε για τα φυσικά χαρακτηριστικά του και μπορούμε να δώσουμε σωστά τα στοιχεία του: χρώμα, υλικά, θέση, τόσο μήκος, τόσο πλάτος, τόσο ύψος κλπ.  
Ο καθένας θα δει τον χώρο, θα τον αισθανθεί, θα τον νιώσει με τα δικά του ψυχικά φίλτρα. (σελίδα 80)
Αυτό που προβάλουμε στο χώρο είναι κυρίως αποτέλεσμα ασυνείδητων δυνάμεων, δηλαδή ενορμήσεων, το σπίτι διασχίζει τον χρόνο με τον τρόπο του σώματός μας. Σαν αυτό, απλώνεται, συνομιλεί, μεταμορφώνεται. (σελίδα 99)


Το ψυχαναλυτικό γραφείο είναι πια έρημο. 
Ο αναλυτής, πίσω από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που βρήκε τη θέση του στο ντιβάνι, ακούει τους αναλυόμενους. Ο χώρος του γραφείου μεταφέρεται ηλεκτρονικά στο καταφύγιό τους. 
Το θεραπευτικό πλαίσιο υποφέρει. Η φαντασία και η δυνατότητα συμβολοποίησης που διαθέτει ο καθένας μας επιστρατεύονται για να καλύψουν τα κενά, ώστε να δημιουργηθεί ένα νέο θεραπευτικό «πλαίσιο εκστρατείας». Η κάμερα τού υπολογιστή τοποθετημένη κατάλληλα προσφέρει την εικόνα που έχει ο αναλυόμενος από το ντιβάνι σε καιρό ειρήνης.
Έστρεψα την κάμερα προς τον τοίχο απέναντι από το ντιβάνι και για έναν άλλο λόγο: ένιωθα πως εγώ έμπαινα στον ιδιωτικό χώρο του αναλυόμενου, με βίαιο τρόπο. 
Δεν υπάρχει λόγος να διεισδύω στην ιδιωτικότητά του. Αντίθετα, αυτό απαγορεύται από την ψυχαναλυτική δεοντολογία. Ένιωθα σαν να έσπαγα με τη ματιά μου το προστατευτικό περίβλημα του χώρου του, αντί να αφήσω φαντασία και υποσυνείδητο να συμπορευτούν με τον λόγο του. 

Στην ψυχολογία ξέρουμε πια την αξία του σταθερού περιβλήματος, του αρραγούς και δυνατού περιέχοντος. Όπως ξέρουμε επίσης και την απόλυτη ανάγκη ιδιωτικότητας για την πραγματική πραγματικότητα αλλά και για την φαντασίωση, που είναι κι αυτή  μια πραγματικότητα, ψυχική, που ενδιαφέρει περισσότερο εμάς τους ψυχαναλυτές. Μα ο άνθρωπος έχει ανάγκη σταθερού και αδιαφανούς περιβλήματος, για να προστατευτεί και να   ζήσει, για να κρύψει από τα βλέμματα των άλλων πολλές εκδηλώσεις των σωματικών και ψυχικών αναγκών του. Χρειάζεται εσωτερικότητα για να εναποθέσει με ασφάλεια τις διάφορες εκφάνσεις της υπόστασης του. Της διπλής ανθρώπινης υπόστασης, σωματικής και ψυχικής. (σελίδα 51)

«Στον πόλεμο όπως στον πόλεμο» λένε οι Γάλλοι. Προσαρμοζόμαστε στην πραγματικότητα, εφευρίσκουμε νέους τρόπους, ο ελεύθερος συνειρμός βρίσκει το δρόμο του διαδικτυακά, ο αναλυτής ακούει, ο αναλυόμενος μιλάει.
Τα λόγια τους με παραπέμπουν συχνά στα Καταφύγια Ονείρων που σκονίζονται στα κλειστά βιβλιοπωλεία. Οι αναλυόμενοι στο skype μού μιλούν για τις εμπειρίες τού εγκλεισμού τους, τις σχέσεις με τα μέλη τής οικογένειας, με τους γείτονες. Ή με τη μοναξιά τους. Μιλούν πολύ επίσης για την σχέση τους με το σπίτι, με τον χώρο. Αστειεύονται με τις «εκδρομές» στο μπαλκόνι, ή τις κινηματογραφικές «εξόδους» στο σαλόνι, τα καφεδάκια με φίλους στην κουζίνα μπροστά στην οθόνη τού κινητού.
Μιλούν για τις μέρες που γεμίζουν με εργασίες τακτοποίησης και καθαριότητας που πάντα είχαν στο νου μα που πάντα ανέβαλαν, «ποτέ το σπίτι δεν ήταν τόσο καθαρό και τακτοποιημένο, όσο αυτό τον καιρό». Επιτέλους βρέθηκε χρόνος για ντουλάπες, πατάρια, αποθήκες. Για ξεκαθάρισμα. Βρέθηκε χρόνος για σκέψη, συχνά όχι χωρίς νοσταλγία και παράπονο.

Κάθε αποθήκη κελάρι η ντουλάπα, είναι πηγή αναμνήσεων και κρυμμένων μυστικών, παλιών υποθέσεων, ανεξόφλητων λογαριασμών. Έτσι δίχως κανείς από τους εμπλεκόμενους με το συνειδητοποιεί, οι παραχωμένες και παραγκωνισμένες υποθέσεις γίνονται απειλές για την γαλήνη και την ισορροπία του συνόλου. (σελίδα 67)

Τα συναισθήματα ξεχειλίζουν καθώς έρχονται στην επιφάνεια φωτογραφίες και στιγμιότυπα του παρελθόντος, άλλων καιρών πιο ήρεμων μα πιο ασφυκτικά γεμάτων. Καιροί όπου δεν χωρούσε τίποτα περιττό, τίποτα παραπανίσιο. Τώρα ο χρόνος επιμηκύνθηκε, το κενό έκανε την εμφάνισή του, θεραπευτικό.

Αφήνω χώρο ανεκμετάλλευτο! «Αφήνω χώρο» σημαίνει κάνω αγώνα εναντίον του κορεσμού, του κερδοφόρου και του ασφυκτικού. Είναι απελευθερωτικό! (σελίδα 41)

Λέει κάποιος:
«Το έχω παρατηρήσει. Όταν καμιά φορά πιώ αποβραδίς κάνα ποτηράκι παραπάνω, ξυπνάω νωρίς. Πολύ νωρίς. Πέντε, πεντέμισι… Ανάβοντας το φως το θυμήθηκα, και, για πολλοστή φορά, υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως δεν θα ξανασυμβεί. 
Στο μεταξύ συγκεντρώνω τη σκέψη μου. 
Μάλιστα. Έτσι κι αλλιώς δεν θα βγω, ας μην το σκέφτομαι. Λοιπόν, τι μέρα έχουμε, τι προβλέπεται για σήμερα από υποχρεώσεις… Θα μου πεις, η λέξη αυτή απώλεσε την κανονική σημασία της, η ζωή ανέτρεψε οποιαδήποτε ανάλογη έννοια. Οι υποχρεώσεις αναστέλλονται, ίσως για κάποιον σαν κι εμένα, αυτό να είναι ως και ανακουφιστικό. Μοναδική πραγματική υποχρέωση είναι ο περιορισμός κινήσεων!
Για μένα ποτέ τα όρια δεν ήταν πρόβλημα. Έμαθα να ορίζω εντός τους τη ζωή και τις κινήσεις μου. Γεννήθηκα περιορισμένος. Και, μάλλον, αυτό μού μοιάζει σαν πλεονέκτημα. Ξέρετε κάτι; Μου αρέσουν τα όρια. Και το σπίτι μου είναι το όριό μου τώρα. Ξέρω πως μόνο μέσα του μπορώ να κινούμαι άνετα. Πολύ περισσότερο σήμερα που έξω καραδοκεί ο κίνδυνος. Και για πρώτη φορά εκμεταλλεύομαι τον περιορισμό, εκτιμώ την ύπαρξη ορίων, απολαμβάνω το σπίτι μου».

Για κάποιους είναι η ανέλπιστη ευκαιρία να ζήσουν οικογενειακά τον χώρο, τους χώρους του σπιτιού. Είναι ευκαιρία για συζήτηση, για ανταλλαγή απόψεων και δημιουργικής ενασχόλησης. Καθώς και ευκαιρία επανάκτησης προσωπικών στιγμών μέσα στο πλαίσιο της οικογενειακής εστίας. 
Όμως το «σώμα» της οικογένειας κλεισμένο στους τοίχους της κατοικίας, μερικές φορές δυσκολεύεται να βρει αέρα να αναπνεύσει, τα όρια είναι στενά και πνιγηρά. Τα μέλη μουδιάζουν, κάποτε πονούν. Μα όταν καταφέρνουν να συντονιστούν και συγχρόνως να αυτονομηθούν το καταφύγιο παίζει τον καλύτερο συναινετικό του ρόλο.

Το εσωτερικό του σπιτιού αντιπροσωπεύει συμβολικά τις ασυνείδητες σχέσεις μεταξύ των κατοίκων του, τις συμμαχίες και τις αντιπαλότητες. (σελίδα 97)

Όπως από το σώμα, περιμένουμε κι από το σπίτι να μας προστατεύει από τον εξωτερικό κόσμο, να μας περιβάλει, να μας περιέχει. Όπως στο σώμα θέλουμε και το σπίτι να συνδέει τα διάφορα μέλη που μαζί σχηματίζουν μία ολόκληρη οικογένεια, να είναι το σώμα της οικογένειας. (σελίδα 99)

Η αρχιτεκτονική του σπιτιού μπορεί να γίνει ο καμβάς για συζήτηση μεταξύ των μελών της οικογένειας, για το παρελθόν της καθώς και για το παρόν και το μέλλον του κάθε μέλους της. Ένα αρχιτεκτονικό στοιχείο της κατοικίας που υπάρχει ή που δεν υπάρχει, που λείπει, μπορεί να γίνει αφορμή για πλούσια κουβέντα πάνω σε θέματα της ζωής όπως η σημασία των χρημάτων, η διαδοχή των γενεών, οι ηλικίες, οι ασθένειες, ο θάνατος κλπ. (σελίδα 108)

Όσο για τα όνειρα αυτής της περίεργης εποχής, δεν φτάνουν στα αυτιά μου, ακόμα τα περιμένω. Μάλιστα μια Γαλλίδα συνάδελφος πρότεινε να καταγράψουμε όνειρα αναλυόμενων τον καιρό του κορωνοϊού. Δεν έχω να της απευθύνω. 
Υποψιάζομαι πως θα περιμένουμε πολύ. Μάλλον το καταφύγιο τα κρατάει αυστηρά μέσα του προς το παρόν. Τα όνειρα μούδιασαν, λουφάζουν. 
Ελπίζουμε σε καλύτερες μέρες ελευθερίας, όπου όνειρα νυχτερινά, τού ύπνου, ή τα άλλα, τα όνειρα ζωής και μέλλοντος θα έρθουν ελεύθερα στο ντιβάνι απαλλαγμένα από την απαγόρευση κινήσεων. 
Υποχρεωτικό skype και όνειρο μοιάζει ασύμβατο ζευγάρι…

Γιάννης Βαϊτσαράς
Απρίλιος 2020




Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2020

Η εκκωφαντική σιωπή

Η εκκωφαντική σιωπή, Εργο Νίκου Αγγελίδη, 2019
Το παρακάτω κείμενο που εμπεριέχεται στα Καταφύγια Ονείρων (Αρμός, 2020) είναι εμπνευσμένο από τον πίνακα με τον ομόνυμο τίτλο.

Η εκκωφαντική σιωπή. 

Αν δεν κάνω λάθος ήμουν στην πρώτη δημοτικού. 
Μεσημέρι προς απόγευμα επέστρεφα από το σχολείο. Με βαριά καρδιά. Μέσα στη σάκα μου έφερνα μια δυστυχία. 
Η ορθογραφία γεμάτη κοκκινίλες, λάθη, αδικαιολόγητα λάθη. Ασυγχώρητα! 

Μπήκα στο σπίτι. Η κουζίνα μύριζε φαγητό, η τραπεζαρία άδεια. Κανείς.  
Ο κόμπος στο στομάχι σφίχτηκε, τα μάτια φουρτούνιασαν. 
Ο διάδρομος έρημος, οι πόρτες των δωματίων κλειστές. 
Με κομμένα γόνατα γυρόφερνα, προσπαθώντας να καταλάβω. 

Απ’ την κρεβατοκάμαρα έφταναν στα αυτιά μου γελάκια, βογγητά, αναστεναγμοί. Ένα παχύ μυστήριο με τύλιξε. Αναρωτιέμαι σήμερα αν υπέθεσα οτιδήποτε. 

Θυμάμαι μονάχα τη δυστυχία που κουβαλούσα μέσα μου, τις κοκκινίλες και τα αδικαιολόγητα, τα ασυγχώρητα της ορθογραφίας. 
Επιστρέφοντας στην ερημική κουζίνα κάθισα σε μια καρέκλα σκεφτικός, απαρηγόρητος. 

Τότε έζησα κάτι που θυμάμαι καλά μέχρι τώρα. Η σιωπή μού φάνηκε εκκωφαντική! Θα ‘λεγες πως τα κατσαρολικά, τα μπρίκια, τα τηγάνια, οι κουτάλες, όλα βάλθηκαν  να χορεύουν μανιακά, να κακαρίζουν, να βροντάνε, να ουρλιάζουν.  

Έκλεινα τα αυτιά με τις παλάμες μου, νομίζω πως ήθελα μπήξω τις φωνές,  να βγάλω κουβάδες καημό από μέσα μου, να λύσω τον κόμπο που με παίδευε. Ο κόμπος μιας κοκκινισμένης ορθογραφίας,  διπλοδεμένος  με το παράπονο της μοναξιάς. 
Και μαχαίρι στην καρδιά εκείνα  τα γελάκια και τα αγκομαχητά μιας αγκαλιάς που εμένα δε με χωρούσε.

Από εκείνο το απομεσήμερο και για όσα χρόνια μείναμε στο σπίτι, η κουζίνα του με αναστάτωνε, ένιωθα μια διεγερτική αναστάτωση. 
Επίσης, έγινα άριστος ορθογράφος. Καμιά φορά σκέφτομαι πως τα «ασυγχώρητα» με βοήθησαν να συγχωρώ τους άλλους, να αποδέχομαι πως υπάρχουν αγκαλιές που δεν με χωρούν. 
Η εκκωφαντική σιωπή είχε κάνει το θαύμα της.

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020

Κυκλοφόρησαν τα Καταφύγια Ονείρων



Και είναι μόνον η αρχή!
Με αυτή την έκδοση ελπίζουμε να ανοίξει ο διάλογος για το δίδυμο «Αρχιτεκτονική-Ψυχανάλυση».
Θα έχουμε την ευκαιρία να ανταλλάξουμε απόψεις και ιδέες τόσο στις παρουσιάσεις του βιβλίου όσο και στα επόμενα «καφέ Ψ». 
Είμαι σίγουρος πως θα υπάρξει συνέχεια!
Ευχαριστώ τον Αρμό για την έκδοση και τους συντελεστές: Φώτη Μαρκάδα, Μίνα Γιαννουλή και Νίκο Αγγελίδη.
Και περιμένω τις εντυπώσεις των αναγνωστών, δηλαδή τις δικές σας. 
Καλή ανάγνωση!
Γ. Β.